γεροντεύω

γεροντ-εύω,
A to be a senator,

γεροντεύσας IG5(1).254

(Sparta, i B. C.), al.:—[voice] Med., Hsch.s.v. γηρωπίζεται.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεροντεύω — (Α γεροντεύω) [γέρων ( οντος)] νεοελλ. απρακτώ κοντά σε γέροντα (ιερωμένο) αρχ. είμαι γέρων, γερουσιαστής …   Dictionary of Greek

  • γεροντεύεται — γεροντεύω to be a senator pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέροντας — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 450 μ., 27 κάτ.) στην πρώην επαρχία Χαλκίδος του νομού Ευβοίας. Βρίσκεται βόρεια της Ερέτριας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερετρίας. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 110 μ., 450 κάτ.) στην πρώην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.